Οκτώ χρόνια μετά τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, η μνήμη της 23ης Ιουλίου 2018 παραμένει ζωντανή όχι μόνο μέσα από τις τελετές τιμής, αλλά και μέσα από τις μαρτυρίες όσων επέζησαν. Η τραγωδία άφησε πίσω της 104 νεκρούς στην Ανατολική Αττική και σημάδεψε για πάντα το Μάτι, τον Νέο Βουτζά και το Κόκκινο Λιμανάκι.
Σήμερα, οι εκδηλώσεις μνήμης κορυφώνονται στα σημεία όπου γράφτηκε το πιο σκοτεινό κεφάλαιο εκείνης της ημέρας. Συγγενείς, φίλοι, κάτοικοι και εκπρόσωποι της πολιτείας και της αυτοδιοίκησης τιμούν τα θύματα, ενώ οι επιζώντες εξακολουθούν να μιλούν για μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ.
Η επέτειος συνοδεύεται από επιμνημόσυνες δεήσεις, τρισάγιο, προσκλητήριο νεκρών και πορεία στο «δρόμο της φωτιάς», σε μια διαδρομή που για πολλούς δεν είναι απλώς συμβολική, αλλά μια επιστροφή στο σημείο της απώλειας. Το επόμενο βήμα των τελετών είναι η κεντρική εκδήλωση στο Μάτι και η πορεία έως την Αργυρά Ακτή.
Οι σημερινές τελετές σε Μάτι, Νέο Βουτζά και Κόκκινο Λιμανάκι
Σύμφωνα με τον προγραμματισμό, αμέσως μετά τη θεία λειτουργία θα τελεστεί επιμνημόσυνη δέηση στον ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου και στον ναό του Αγίου Θωμά & Αγίου Πορφυρίου στο Κόκκινο Λιμανάκι.
Το απόγευμα, στις 19:00, στο Μνημείο των Θυμάτων στον ναό Αγίου Ιωάννη Προδρόμου Νέου Βουτζά θα τελεστεί τρισάγιο και θα ακολουθήσει το Προσκλητήριο νεκρών. Στη συνέχεια, οι παρευρισκόμενοι θα διανύσουν τον δρόμο της φωτιάς προς το Μάτι.
Στις 20.30 θα πραγματοποιηθεί η κεντρική εκδήλωση και τρισάγιο στον Ναυτικό Αθλητικό Όμιλο στο Μάτι (Ν.Α.Ο.ΜΑ.), ενώ η ημέρα θα ολοκληρωθεί στις 21:15 με πορεία από την Ποσειδώνος ως την Αργυρά Ακτή.
«Για εμάς δεν έχουν περάσει ούτε 8 λεπτά»
Η Κάλλι Αναγνώστου, εγκαυματίας της φωτιάς και πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018, μίλησε στο Orange Press Agency για το τραύμα που, όπως λέει, παραμένει ενεργό. Η φράση της είναι χαρακτηριστική:
«Πάντοτε έχει πόνο. Μιλούν όλοι τώρα για τα οχτώ χρόνια. Για εμάς όμως δεν έχει περάσει ούτε καν μια μέρα. Είναι σαν οκτώ λεπτά μετά».
Η ίδια περιγράφει πως βρέθηκε στην περιοχή για διακοπές, φιλοξενούμενη στο Μάτι μαζί με το παιδί της, καθώς ζούσαν στο εξωτερικό και είχαν έρθει για να δουν τη γιαγιά και τον παππού. Θυμάται μια απολύτως συνηθισμένη ημέρα, η οποία μέσα σε λίγα λεπτά μετατράπηκε σε εφιάλτη.
Όταν η φωτιά μπήκε στο σπίτι, όπως λέει, η απόφαση ήταν αναγκαστική: να μείνουν μέσα ή να φύγουν. «Βγήκαμε και καήκαμε εκεί. Στο δρόμο», σημειώνει, επιμένοντας ότι νωρίτερα υπήρχε αρκετό περιθώριο για να αντιδράσουν οι υπεύθυνοι και να περιοριστεί η εξέλιξη της πυρκαγιάς.
Το σώμα που δεν αποκαθίσταται
Η αποκατάσταση για τους εγκαυματίες δεν τελειώνει με το εξιτήριο από το νοσοκομείο. Η κ. Αναγνώστου περιγράφει ότι έκανε κατ’ οίκον νοσηλεία για πάνω από έναν χρόνο, σε αποστειρωμένο περιβάλλον και με περιορισμούς, λόγω των έντονων και εκτεταμένων εγκαυμάτων της.
Όπως λέει, η πραγματικότητα μετά την τραγωδία είναι διαρκής διαχείριση και όχι πλήρης επάνοδος. «Πλέον δεν ορίζω εγώ το σώμα μου. Το σώμα μου ορίζει εμένα», αναφέρει, εξηγώντας ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες μέρες του χρόνου θα είναι ικανή ακόμη και να περπατήσει.
Σύμφωνα με την ίδια, οι επιπτώσεις δεν είναι μόνο δερματικές, αλλά και κινητικές, νευρολογικές και παθολογικές, αφήνοντας προβλήματα που επιμένουν σε βάθος χρόνου.
Ο γιος της και η μνήμη που χάθηκε
Η μαρτυρία της αποκτά ακόμη πιο βαριά διάσταση όταν μιλά για τον γιο της, ο οποίος ήταν μόλις πεντέμισι ετών όταν η φωτιά τύλιξε το σπίτι. «Είναι ο μικρότερος εγκαυματίας θύμα», λέει, σημειώνοντας ότι η πυρκαγιά αφάνισε κάθε πρότερη μνήμη της ζωής του.
Όπως εξηγεί, το παιδί αναγκάστηκε να μεγαλώσει με όρους αποδοχής μιας κατάστασης που δεν επέλεξε. Για την ίδια, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο να το διαχειριστεί κανείς.
Η φύση ξαναβρίσκει χρώμα, οι άνθρωποι όχι
Κάθε χρόνο, την ημέρα της επετείου, κάτοικοι από τον Νέο Βουτζά, το Μάτι και τις γύρω περιοχές συγκεντρώνονται στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, εκεί όπου βρίσκεται το Μνημείο των Θυμάτων. Η κ. Αναγνώστου περιγράφει το μνημείο ως μια ωμή αποτύπωση της αλήθειας, χωρίς ωραιοποιήσεις.
Παράλληλα, θυμίζει ότι η φύση έχει ήδη αρχίσει να αναγεννάται σε αρκετές από τις εκτάσεις που κάηκαν. Δέντρα και λουλούδια επιστρέφουν, όμως σε πολλές περιπτώσεις παραμένουν ορατοί οι καμένοι κορμοί και τα υπολείμματα της καταστροφής.
«Η φύση έχει τον τρόπο να αναγεννάται», λέει, προσθέτοντας όμως πως το ίδιο δεν ισχύει για τους ανθρώπους. Οι νεκροί δεν επιστρέφουν και οι επιζώντες δεν μπορούν να γυρίσουν σε αυτό που ήταν πριν. «Εμείς δυστυχώς θα παραμένουμε πληγωμένοι», τονίζει.
Τα 17 κυπαρισσάκια στην οδό Ισμήνης
Λίγες εκατοντάδες μέτρα από το μνημείο στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, στην οδό Ισμήνης, φυτεύτηκαν στην πρώτη επέτειο της τραγωδίας 17 κυπαρίσσια για όσους έχασαν τη ζωή τους στον Νέο Βουτζά.
Η κ. Αναγνώστου αναφέρεται επίσης σε ένα περιστατικό με δύο αστυνομικούς της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. Όπως λέει, τότε που χρειάστηκαν δεν υπήρχαν, ωστόσο υπήρξαν και αστυνομικοί που παράκουσαν εντολές και βοήθησαν πολίτες να απομακρυνθούν από τις καμένες περιοχές.
Στη δική της περίπτωση, όπως περιγράφει, τέσσερις εγκαυματίες βγήκαν από το Μάτι μέσα σε ένα βαν με συνοδεία αστυνομικών που πέταξαν τους ασυρμάτους, αψηφώντας τις εντολές να μην μπουν μέσα, και τους οδήγησαν στο νοσοκομείο.
Το χρονικό της 23ης Ιουλίου 2018
Τη Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018, η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας είχε θέσει την Αττική σε πολύ υψηλή κατηγορία κινδύνου 4. Η πρώτη μεγάλη πυρκαγιά ξέσπασε στις 12:03 σε δασική έκταση στα Γεράνεια Όρη, πάνω από την Κινέτα, εξαιτίας καλωδίων σε κολώνα ηλεκτροδότησης και κατέκαψε περίπου 60.000 στρέμματα, με ανέμους έως 100 χιλιόμετρα την ώρα να σπρώχνουν τις φλόγες προς τους οικισμούς.
Το μοιραίο μέτωπο ξεκίνησε αργότερα, στις 16:41, κοντά στο Νταού Πεντέλης, από έναν 65χρονο που επιχείρησε να κάψει κλαδιά. Αρχικά η φωτιά κινήθηκε σε δασική έκταση της Πεντέλης, όμως μετά τις 17:00 οι δυτικοί-βορειοδυτικοί άνεμοι ενισχύθηκαν ραγδαία και έστρεψαν το πύρινο μέτωπο ανατολικά, προς τον Νέο Βουτζά και το Μάτι.
Οι ριπές στο βουνό έφτασαν τα 124 χιλιόμετρα την ώρα, δηλαδή τα 12 μποφόρ, ενώ η θερμοκρασία στην περιοχή άγγιζε τους 39°C και η υγρασία ήταν μόλις 19%. Μέσα από το μικροκλίμα και την τοπογραφία, η φωτιά κινήθηκε με μεγάλη ταχύτητα και έφτασε στη θάλασσα λίγο μετά τις 18:15, αφού πρώτα πέρασε από τον Νέο Βουτζά, το Κόκκινο Λιμανάκι και το Μάτι.
Ο απολογισμός και η δικαστική διαδρομή
Ο τελικός απολογισμός στην Ανατολική Αττική ήταν βαρύς: 104 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ανάμεσά τους βρέφη, παιδιά και τουρίστες. Πολλοί εγκλωβίστηκαν στα σπίτια ή στα οχήματά τους λόγω του μεγάλου μποτιλιαρίσματος στους στενούς δρόμους, ενώ 26 άνθρωποι βρέθηκαν νεκροί σε παραθαλάσσιο οικόπεδο επειδή δεν κατάφεραν να βρουν δίοδο προς την ακτή.
Άλλοι εννέα πνίγηκαν στη θάλασσα προσπαθώντας να σωθούν και μια 13χρονη σκοτώθηκε πέφτοντας από γκρεμό. Οι υλικές ζημιές ήταν επίσης τεράστιες, με περισσότερα από 1.500 κτήρια και χιλιάδες οχήματα να έχουν υποστεί σοβαρές φθορές ή να έχουν καταστραφεί ολοσχερώς.
Η διαχείριση της κρίσης προκάλεσε έντονη κριτική για την απουσία προληπτικών μέτρων, τη μη χρήση συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης μέσω κινητών τηλεφώνων και την έλλειψη οργανωμένου σχεδίου εκκένωσης. Υπήρξαν επίσης καταγγελίες για σοβαρή καθυστέρηση στον συντονισμό πλωτών μέσων του Λιμενικού και του Πολεμικού Ναυτικού για τη διάσωση όσων είχαν καταφύγει στις ακτές.
Η δικαστική διερεύνηση ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2019, όταν η Εισαγγελία Αθήνας άσκησε ποινικές διώξεις για εμπρησμό από αμέλεια, ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και σωματικές βλάβες. Συνολικά παραπέμφθηκαν 27 άτομα, ενώ τελικά καταδικάστηκαν έξι κατηγορούμενοι. Για τη φωτιά στο Μάτι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση τέσσερις άνθρωποι με εκτιτέες ποινές έως τα πέντε έτη.