Σήμερα αναμένεται να περάσει την πόρτα του ανακριτή ο 26χρονος Σαρίφ Αχμαντζάι, ο οποίος κατηγορείται για τη δολοφονία της 38χρονης Βρετανίδας Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος, γνωστής ως Λίζα. Η υπόθεση αφορά τον εντοπισμό της σορού της στις 18 Ιουλίου, μέσα σε βαλίτσα και σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Κυψέλη.
Η δικογραφία σε βάρος του περιλαμβάνει κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση, ληστεία και παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων. Ο ίδιος αρνείται ότι σκότωσε τη 38χρονη και υποστηρίζει πως τη βρήκε νεκρή στο μπάνιο, πανικοβλήθηκε και μετέφερε τη σορό.
Την ίδια ώρα, οι αρχές εξετάζουν μια σειρά από κινήσεις που, σύμφωνα με την αστυνομία, ακολούθησαν τον θάνατο της Ρος. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται αναλήψεις συνολικού ύψους περίπου 10.000 ευρώ από τις τραπεζικές της κάρτες, αλλά και η αποστολή μηνυμάτων από το κινητό της προς συγγενείς και φίλους της, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ήταν ακόμη ζωντανή.
Τα ευρήματα που εξετάζει η αστυνομία
Παράλληλα, οι ελληνικές αρχές προσπαθούν να ξεκαθαρίσουν αν ο κατηγορούμενος και η 38χρονη γνωρίζονταν ήδη μέσα από τη δράση τους στον χώρο της υποστήριξης προσφύγων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάζονται, και οι δύο είχαν συνεργαστεί με οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα.
Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην κατάθεση της συζύγου του 26χρονου, η οποία φέρεται να συνέβαλε καθοριστικά στην πορεία των ερευνών όταν άρχισε να υποψιάζεται τη συμπεριφορά του.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η ίδια κατέθεσε ότι τις πρώτες πρωινές ώρες της 16ης Ιουλίου διαπίστωσε πως ο σύζυγός της έλειπε από το σπίτι. Με εφαρμογή κοινής κοινοποίησης τοποθεσίας, εντόπισε ότι βρισκόταν στο διαμέρισμα όπου έμενε η Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος.
Όταν λίγες ημέρες αργότερα έγινε γνωστός ο εντοπισμός της σορού της 38χρονης, η γυναίκα έφυγε από το σπίτι μαζί με το βρέφος τους και απευθύνθηκε στην αστυνομία, καταθέτοντας όσα γνώριζε.
Οι έρευνες έδειξαν επίσης ότι στις 19 Ιουλίου το κινητό τηλέφωνο της Ρος ενεργοποιήθηκε στην περιοχή της Αράχωβας. Από την ανάλυση των δεδομένων κινητής τηλεφωνίας και του διαθέσιμου βιντεοληπτικού υλικού, οι αρχές εκτιμούν ότι την ίδια περίοδο εκεί βρισκόταν και ο κατηγορούμενος, μαζί με τη σύζυγο και το παιδί τους.
Η ιστορία του Αχμαντζάι και η αναφορά του Ερυθρού Σταυρού
Η υπόθεση έχει προκαλέσει και για έναν ακόμη λόγο έντονο ενδιαφέρον: η προσωπική ιστορία του Σαρίφ Αχμαντζάι είχε παρουσιαστεί τα προηγούμενα χρόνια από τη Διεθνή Ομοσπονδία Ερυθρού Σταυρού και Ερυθράς Ημισελήνου (IFRC) ως παράδειγμα επιβίωσης και ένταξης ενός πρόσφυγα.
Σύμφωνα με όσα είχαν δημοσιευθεί, γεννήθηκε στο Αφγανιστάν και έχασε την οικογένειά του σε επιθέσεις των Ταλιμπάν. Ο πατέρας του, αξιωματικός του αφγανικού στρατού, δολοφονήθηκε, ενώ η μητέρα και τα αδέλφια του σκοτώθηκαν σε βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας στην Καμπούλ.
Ο ίδιος έφυγε από τη χώρα σε ηλικία 15 ετών και, μετά από δύσκολο ταξίδι μέσω Ιράν και Τουρκίας, έφτασε στην Ελλάδα το 2016 ως ασυνόδευτος ανήλικος πρόσφυγας μέσω της Λέσβου.
Αρχικά φιλοξενήθηκε σε δομή στο νησί και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εκεί ασπάστηκε τον χριστιανισμό, γνώρισε την Αμερικανίδα Αλέινα Χολ, την οποία παντρεύτηκε το 2023, και μαζί απέκτησαν ένα παιδί.
Το ζευγάρι ίδρυσε τη μη κερδοσκοπική οργάνωση «Love Every Nation Athens», με αντικείμενο τη στήριξη προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα. Παράλληλα, ο 26χρονος ασχολήθηκε με την πυγμαχία και κατέκτησε διακρίσεις σε ελληνικά πρωταθλήματα.
Αναμένεται πλέον να φανεί πώς θα σταθμίσει ο ανακριτής τα στοιχεία της δικογραφίας, τις καταθέσεις και τα ψηφιακά ευρήματα που συνδέονται με την υπόθεση. Το επόμενο βήμα θα εξαρτηθεί από την απολογία του και από το βάρος που θα δοθεί σε κάθε στοιχείο της έρευνας.