Μενού Αναζήτηση Παιχνίδια
Today’s Catch Τελικά θα αδειάσει η Αθήνα;
Τελευταίες Ειδήσεις
ιρανικό δικαστήριο για την γυναίκα αράχνη

Ιράν: Η Κολσούμ Ακμπαρί καταδικάστηκε σε θάνατο για 11 ανθρωποκτονίες ηλικιωμένων ανδρών

Σχετικά Άρθρα

Για να κάνετε σχόλιο στο άρθρο πατήστε εδώ
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το paratipos.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google

Μια από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις κατά συρροή δολοφονιών στο σύγχρονο Ιράν έκλεισε δικαστικά με βαριά καταδίκη: η Κολσούμ Ακμπαρί, που τα ιρανικά μέσα αποκαλούν «Μαύρη Χήρα», κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε θάνατο για τη δολοφονία ηλικιωμένων ανδρών με τους οποίους παντρευόταν πριν τους δηλητηριάσει.

Η υπόθεση ξετυλίγεται σε βάθος άνω των δύο δεκαετιών, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 μέχρι τη σύλληψή της το 2023. Στο επίκεντρο βρίσκονται ηλικιωμένοι άνδρες, πολλοί από τους οποίους ήταν χήροι ή ζούσαν χωρίς στενούς συγγενείς, γεγονός που –όπως προκύπτει από το υλικό της υπόθεσης– έκανε πιο δύσκολη την έγκαιρη αποκάλυψη της δράσης της.

Η Ακμπαρί φέρεται να κέρδιζε την εμπιστοσύνη τους, να συνάπτει γάμους μαζί τους και σύντομα μετά να τους οδηγεί σε σοβαρή επιδείνωση της υγείας τους. Η έρευνα, που βασίστηκε σε μαρτυρίες, εκταφές και νέες τοξικολογικές εξετάσεις, κατέληξε σε μια υπόθεση με πολλά θύματα, οικονομικό όφελος και έντονο κοινωνικό αποτύπωμα. 

Η αποκάλυψη ήρθε το 2023, ύστερα από τον θάνατο του τελευταίου συζύγου της, ο οποίος ήταν 82 ετών. Πριν πεθάνει, είχε πει στα παιδιά του ότι η Ακμπαρί τον πίεζε να παίρνει φάρμακα για την καρδιά και την αρτηριακή πίεση, με αποτέλεσμα να χάνει επανειλημμένα τις αισθήσεις του.

Μετά τον θάνατό του, οι συγγενείς ζήτησαν από την αστυνομία να διερευνήσει την υπόθεση. Η σύλληψή της έγινε τον Σεπτέμβριο του 2023 και τότε αποκαλύφθηκε ότι είχε παντρευτεί και άλλους άνδρες, με παρόμοια κατάληξη στους γάμους τους.

Στην πορεία της έρευνας κλήθηκαν να καταθέσουν γιατροί που παλαιότερα είχαν αποδώσει ορισμένους θανάτους σε φυσικά αίτια, αλλά και συγγενείς που είχαν δει τους δικούς τους ανθρώπους να αρρωσταίνουν ανεξήγητα μετά τον γάμο τους με την Ακμπαρί.

Σύμφωνα με τις ιρανικές αρχές, η μέθοδός της δεν προκαλούσε αρχικά υποψίες. Φέρεται να χρησιμοποιούσε ηρεμιστικά, φάρμακα για τον διαβήτη, βιομηχανικό οινόπνευμα και άλλα σκευάσματα, τα οποία είτε έδινε απευθείας στα θύματα είτε έριχνε στις σούπες και τα τσάγια τους.

Οι άνδρες άρχιζαν να εμφανίζουν ναυτία, λιποθυμικά επεισόδια και δυσκολία στην αναπνοή. Επειδή οι περισσότεροι ήταν ηλικιωμένοι, οι συγγενείς συχνά απέδιδαν τα συμπτώματα στην ηλικία ή σε προϋπάρχουσες παθήσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα νοσοκομεία τούς αντιμετώπισαν για καρδιολογικά προβλήματα ή διαβήτη και, μετά τον θάνατό τους, θεωρήθηκε ότι έφυγαν από φυσικά αίτια.

Η γεωγραφική διασπορά των θυμάτων σε διαφορετικές πόλεις βοήθησε, σύμφωνα με δημοσιεύματα σε τοπικά και διεθνή μέσα, ώστε η Ακμπαρί να μείνει για χρόνια μακριά από τις υποψίες των Αρχών.

Κεντρικό στοιχείο στην υπόθεση ήταν ο θεσμός του «sigheh», δηλαδή του προσωρινού γάμου που αναγνωρίζεται από το σιιτικό δίκαιο στο Ιράν. Η διάρκειά του μπορεί να συμφωνηθεί εκ των προτέρων και προβλέπει προίκα, όμως οι προσωρινοί σύζυγοι δεν κληρονομούν αυτομάτως ο ένας τον άλλον με βάση το ιρανικό αστικό δίκαιο.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η Ακμπαρί αξιοποιούσε αυτούς τους γάμους για να αποκτά πρόσβαση στη ζωή, στο σπίτι και στα οικονομικά των ηλικιωμένων ανδρών. Σε ορισμένες περιπτώσεις φέρεται να τους έπειθε να μεταβιβάσουν ακίνητα ή οχήματα όσο ζούσαν ακόμη, ενώ παράλληλα είχε πρόσβαση σε συντάξεις και αποταμιεύσεις και εκμεταλλευόταν την υποχρέωση καταβολής της συμφωνημένης προίκας.

Τουλάχιστον μερικοί από τους γάμους της ήταν μόνιμοι, κάτι που της εξασφάλιζε ισχυρότερα κληρονομικά δικαιώματα. Από τον τελευταίο σύζυγό της, σύμφωνα με τις Αρχές, είχε λάβει προίκα πέντε δισ. ριάλ, περίπου 102.000 ευρώ, πριν από τον θάνατό του.

Το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για 11 ανθρωποκτονίες από πρόθεση και μία απόπειρα ανθρωποκτονίας. Στο Ιράν, τέτοιες υποθέσεις επηρεάζονται και από τη στάση των οικογενειών των θυμάτων, σύμφωνα με την αρχή του «qisas», της ανταποδοτικής δικαιοσύνης.

Δέκα οικογένειες ζήτησαν την επιβολή της θανατικής ποινής, ενώ μία επέλεξε οικονομική αποζημίωση, το λεγόμενο diyya ή «blood money». Έτσι, η απόφαση προέβλεψε δέκα θανατικές ποινές και επιπλέον δεκαετή κάθειρξη για την απόπειρα ανθρωποκτονίας.

Το δικαστήριο διέταξε επίσης τη δήμευση της περιουσίας της. Τόσο η Ακμπαρί όσο και οι οικογένειες των θυμάτων έχουν δικαίωμα να προσφύγουν κατά της απόφασης πριν αυτή καταστεί τελεσίδικη.

Οι συνήγοροί της είχαν ζητήσει ψυχιατρική αξιολόγηση, προβάλλοντας το ενδεχόμενο ψυχικής αστάθειας. Οι δικαστές απέρριψαν το αίτημα, κρίνοντας ότι η μακρόχρονη και μεθοδική δράση της, ο τρόπος συγκάλυψης των θανάτων και το οικονομικό όφελος έδειχναν σχεδιασμό και όχι απώλεια επαφής με την πραγματικότητα.

Η υπόθεση προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον στο Ιράν, τόσο για τον αριθμό των θυμάτων και τη διάρκεια της δράσης της Ακμπαρί όσο και επειδή πρόκειται για γυναίκα κατά συρροή δολοφόνο, σε μια χώρα όπου, όπως και διεθνώς, η συντριπτική πλειονότητα των serial killers είναι άνδρες.

Παράλληλα, επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον θεσμό του προσωρινού γάμου, την οικονομική εκμετάλλευση ηλικιωμένων και την προστασία ανθρώπων που ζουν μόνοι ή χωρίς στενούς συγγενείς.

Το ζήτημα αποκτά επιπλέον βαρύτητα λόγω της γήρανσης του πληθυσμού του Ιράν. Με βάση τα στοιχεία που παρατίθενται για την υπόθεση, μέσα σε μία γενιά ένας στους τέσσερις Ιρανούς αναμένεται να είναι άνω των 60 ετών, κάτι που κάνει την προστασία των ηλικιωμένων από κακοποίηση και οικονομική εκμετάλλευση ακόμη πιο πιεστική κοινωνική πρόκληση.

Στο επόμενο στάδιο αναμένεται να φανεί αν θα ασκηθούν προσφυγές από την ίδια ή από τις οικογένειες των θυμάτων, πριν η απόφαση γίνει τελεσίδικη.

 

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το paratipos.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google

Διαβάστε ακόμα