Η απόφαση για το πότε θα βγει κανείς στη σύνταξη μοιάζει να έχει μετατραπεί σε πραγματικό δίλημμα για πολλούς ασφαλισμένους. Την ώρα που οι αιτήσεις αυξάνονται και η έξοδος από την αγορά εργασίας γράφει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, η συζήτηση για το αν συμφέρει η αποχώρηση τώρα ή σε επόμενη χρονιά αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το ατομικό εισόδημα. Συνδέεται άμεσα με το δημογραφικό, με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και με το πώς θα στηριχθούν οι συντάξεις του μέλλοντος μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι νεότεροι δεν επαρκούν για να καλύψουν τις απώλειες.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εικόνα για το 2025 δείχνει ήδη ιδιαίτερα πιεσμένη. Οι ασφαλισμένοι που αποχωρούν είναι πολλοί, η έλλειψη εργατικών χεριών παραμένει έντονη και η επόμενη διετία εξετάζεται πλέον όχι μόνο ως χρονικό σημείο συνταξιοδότησης, αλλά και ως οικονομική επιλογή με συνέπειες.
Το ρεκόρ αποχωρήσεων και η πίεση στην αγορά εργασίας
Τα τελευταία χρόνια συνταξιοδοτούνται περίπου 200.000 άνθρωποι κάθε χρόνο. Φέτος, όμως, αναμένεται νέο ρεκόρ εξόδου, υψηλότερο από τις περίπου 210.000 αιτήσεις συνταξιοδότησης του 2025.
Η μαζική αυτή φυγή κάνει πιο οξύ το δημογραφικό πρόβλημα. Για να «αιμοδοτηθεί» η αγορά εργασίας χρειάζονται περίπου 280.000 νέοι εργαζόμενοι: οι περίπου 200.000 που αποχωρούν και τουλάχιστον άλλοι 80.000 για να καλυφθούν οι πρόσθετες ανάγκες που δημιουργεί η ανάπτυξη.
Το κενό δεν μένει εντελώς ακάλυπτο. Όπως σημειώνεται, καλύπτεται τελικά από τη μείωση των ελευθέρων επαγγελματιών και των αγροτών. Παράλληλα, η μετατόπιση του τζίρου προς τα πολυκαταστήματα και τα σούπερ μάρκετ, αλλά και η εγκατάλειψη της αγροτικής γης επειδή οι καλλιέργειες δεν συμφέρουν με βάση το κόστος και την τιμή των προϊόντων, σπρώχνουν όλο και περισσότερους νέους προς τις υπηρεσίες και το εμπόριο, κυρίως στην περιφέρεια που ερημώνει.
Τι έδειξε το 2025 για ανεργία και κενές θέσεις
Το 2025 ήταν χρονιά έντονης αντίφασης. Από τη μία πλευρά συνταξιοδοτήθηκαν περισσότεροι από 200.000 εργαζόμενοι και απασχολούμενοι. Από την άλλη, δημιουργήθηκαν 68.000 νέες θέσεις εργασίας.
Το αποτέλεσμα ήταν η ανεργία να πέσει στο 9%, αλλά ταυτόχρονα να εμφανιστούν μεγάλα προβλήματα έλλειψης εργατικών χεριών. Η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται ως ασύνδετη και διασπασμένη, με τις τριβές να δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την κάλυψη των αναγκών.
Η εικόνα αυτή εξηγείται, σύμφωνα με το άρθρο, από τέσσερις βασικούς λόγους:
α) Υπάρχει τεράστιο χάσμα δεξιοτήτων στις νέες ειδικότητες, κυρίως στις μεγαλύτερες ηλικίες, λόγω έλλειψης ουσιαστικής κατάρτισης.
β) Τα υψηλά ενοίκια δεν επιτρέπουν την επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα.
γ) Οι χαμηλές αμοιβές δεν ανταμείβουν το ρίσκο της μετακίνησης.
δ) Η εποχικότητα της απασχόλησης, ειδικά στον τουρισμό, δεν λειτουργεί ως κίνητρο για αλλαγή επαγγελματικού προσανατολισμού.
Η υπογεννητικότητα που πιέζει συντάξεις και κατανάλωση
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται, κυρίως, η υπογεννητικότητα. Πέρυσι γεννήθηκαν 67.000 παιδιά, πέθαναν 130.000 άτομα και συνταξιοδοτήθηκαν 210.000 ασφαλισμένοι.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στο ασφαλιστικό. Αφορούν και την οικονομία συνολικά, αφού λιγότεροι εργαζόμενοι σημαίνουν και λιγότεροι καταναλωτές, αλλά και μικρότερη βάση εισφορών για να υπάρχουν υγιείς πόροι σε ένα αποτελεσματικό και βιώσιμο σύστημα που θα στηρίζει τις συντάξεις του μέλλοντος.
Γιατί επιστρέφουν στη δουλειά οι συνταξιούχοι
Μπροστά σε αυτές τις συνθήκες, σχεδόν 300.000 συνταξιούχοι εργάζονται επίσημα. Σε αυτόν τον αριθμό δεν υπολογίζεται η «μαύρη» ανασφάλιστη εργασία, ούτε όσοι έχουν αγροτικό εισόδημα έως 10.000 ευρώ καθαρά τον χρόνο, ποσό που περνά κάτω από το ραντάρ του ΕΦΚΑ.
Οι λόγοι για τους οποίους πολλοί παραμένουν ενεργοί είναι κυρίως τρεις. Ο πρώτος είναι ότι έχουν ευκαιρίες για επιλεκτική ή ποιοτική απασχόληση, ιδιαίτερα οι εξειδικευμένοι τεχνίτες. Ο δεύτερος είναι ότι η σύνταξη δεν επαρκεί για τις ανάγκες της ζωής. Και ο τρίτος είναι ότι το ίδιο το ασφαλιστικό σύστημα δίνει κίνητρα για πρόωρη συνταξιοδότηση, χωρίς πέναλτι στις παροχές του ΕΦΚΑ, με δυνατότητα συνέχισης της δραστηριότητας για τους ελεύθερους επαγγελματίες και με φοροελαφρύνσεις, όπως η αποφυγή τεκμηρίων φορολόγησης.
2026 ή 2027: τα υπέρ και τα κατά
Ο συγκριτικός πίνακας του άρθρου βάζει δίπλα δίπλα τα δεδομένα για το 2026 και το 2027, δείχνοντας ότι η επιλογή δεν είναι ίδια για όλους. Για κάποιους, η έξοδος το 2026 συνδέεται με αντιμετώπιση της ανεργίας, ξεκούραση, ταξίδια, χόμπι, λήψη εφάπαξ και πληρωμή δανείων. Επίσης, το 2026 συνεπάγεται λιγότερα χρήματα για την αναγνώριση πλασματικών ετών και χαμηλότερο εισόδημα κάθε χρόνο, καθώς οι αυξήσεις είναι μικρότερες του πληθωρισμού.
Αντίθετα, το 2027 εμφανίζεται πιο ευνοϊκό για όσους περιμένουν, καθώς προβλέπεται βελτίωση του συντάξιμου μισθού με την αναπροσαρμογή των απολαβών του 2026 στο ύψος του μέσου μισθού, μεγαλύτερο κλάσμα ανταποδοτικής σύνταξης έως τα 40 έτη ασφάλισης και δυνατότητα αύξησης των συνολικών αποδοχών μέσω συνέχισης της μισθωτής απασχόλησης. Για όσους έχουν ήδη συμπληρώσει 40ετία, δεν υπάρχουν κίνητρα παραμονής στην ασφάλιση.
Το επόμενο βήμα, για πολλούς ασφαλισμένους, θα είναι να ζυγίσουν προσεκτικά αν τους συμφέρει να κλείσουν τον εργασιακό τους κύκλο φέτος ή να περιμένουν ακόμη λίγο. Το τελικό κριτήριο, όπως δείχνουν τα στοιχεία, θα είναι ο συνδυασμός εισοδήματος, ασφαλιστικών προϋποθέσεων και προσωπικών αναγκών.