Το όριο της 15ετίας στον ΕΦΚΑ εξακολουθεί να αφήνει εκτός ανταποδοτικής σύνταξης χιλιάδες ασφαλισμένους, ακόμη κι όταν έχουν πληρώσει εισφορές για χρόνια. Στην πράξη, όποιος δεν φτάσει τις 4.500 ημέρες ασφάλισης δεν θεμελιώνει δικαίωμα και μένει να αναζητά άλλη λύση για το εισόδημά του.
Η εικόνα αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς αφορά εργαζομένους μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες, ιδιαίτερα μετά τα 55, όταν συχνά δεν προλαβαίνουν να καλύψουν τις προϋποθέσεις του συστήματος. Το αποτέλεσμα, όπως περιγράφεται, είναι να λειτουργεί αποτρεπτικά ακόμη και για την ίδια την ασφάλιση.
Τι προβλέπει ο ΕΦΚΑ για την κατώτερη σύνταξη
Για να δοθεί η κατώτερη σύνταξη του ΕΦΚΑ απαιτούνται 4.500 ένσημα, δηλαδή 15 έτη ασφάλισης. Αν υπάρχουν 3.600 ημέρες πραγματικής ασφάλισης, ο ασφαλισμένος μπορεί να αναγνωρίσει έως 900 πλασματικά ένσημα ώστε να συμπληρώσει το όριο.
Η σύνταξη με 15ετία χορηγείται στο 67ο έτος. Υπάρχει όμως και η περίπτωση των Βαρέων, όπου η παροχή δίνεται στο 62ο έτος, με 3.600 ΒΑΕ, εκ των οποίων τα 1.000 πρέπει να έχουν συμπληρωθεί τα τελευταία 17 χρόνια.
Για όσους έχουν απλά ή μεικτά ένσημα του πρώην ΙΚΑ, προβλέπεται μειωμένη σύνταξη στο 62ο έτος, με μείωση 6% για κάθε χρόνο πριν από το 67ο έτος επί της εθνικής σύνταξης.
Τα χαμένα ποσά και η μεταφορά κόστους στον ΟΠΕΚΑ
Παρά τις εισφορές που έχουν καταβληθεί, χιλιάδες ασφαλισμένοι με λιγότερα έτη δεν παίρνουν το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης όταν φτάνουν στο 67ο έτος. Έτσι, μέρος των χρημάτων που έχουν πληρώσει ουσιαστικά χάνεται μέσα στο σύστημα.
Πολλοί από αυτούς καταφεύγουν στον ΟΠΕΚΑ και ζητούν σύνταξη ανασφάλιστου ηλικιωμένου, η οποία επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό με περίπου 418 ευρώ μεικτά τον μήνα. Αν έπαιρναν έστω και 80 ή 100 ευρώ από την ανταποδοτική σύνταξη του ΕΦΚΑ, η δαπάνη για το Δημόσιο θα ήταν αντίστοιχα μικρότερη.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η κρατική συνδρομή απορρίπτεται και λόγω του ορίου εισοδήματος. Το ατομικό ετήσιο εισόδημα υπολογίζεται περίπου στα 4.600 ευρώ και το οικογενειακό στα 8.000 ευρώ, με αποτέλεσμα κάποιοι ηλικιωμένοι να μένουν χωρίς καμία ενίσχυση.
Όταν το επίδομα οδηγεί ακόμη και σε εικονικά διαζύγια
Η ρύθμιση δεν έχει μόνο οικονομικό αποτύπωμα αλλά και κοινωνικές συνέπειες. Επειδή σύνταξη του ή της συζύγου πάνω από 400 ευρώ συνυπολογίζεται και μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης στον ΟΠΕΚΑ, σε αρκετές περιπτώσεις ηλικιωμένοι φέρονται να καταφεύγουν σε εικονικά διαζύγια σε μεγάλη ηλικία.
Υπάρχει επίσης και η αντίστροφη πλευρά: ένας ανασφάλιστος μπορεί να λαμβάνει το επίδομα του ΟΠΕΚΑ ακόμη κι αν ο ή η σύζυγος έχει εισοδήματα από εργασία ή ελεύθερο επάγγελμα πάνω από 8.000 ευρώ. Όταν όμως ο σύζυγος ή η σύζυγος συνταξιοδοτηθεί, το δικαίωμα στο επίδομα μπορεί να χαθεί, ακόμη και αν η σύνταξη είναι μόλις 400 ευρώ.
Το επόμενο διάστημα μένει να φανεί αν θα υπάρξει κάποια παρέμβαση που να περιορίσει αυτές τις στρεβλώσεις, χωρίς να αλλάξει η βασική προϋπόθεση των 15 ετών ασφάλισης. Προς το παρόν, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό για όσους βρίσκονται κοντά στο όριο αλλά δεν το συμπληρώνουν.